«Saper Vedere - να γνωρίζεις πώς να βλέπεις»: το φαινόμενο Leonardo Da Vinci


«Saper Vedere – να γνωρίζεις πώς να βλέπεις»: το φαινόμενο Leonardo Da Vinci

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι υπήρξε αδιαμφισβήτητα μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες του πλανήτη και μέχρι σήμερα το όνομά του συνεχίζει να συναρπάζει και να εγείρει το ενδιαφέρον των ανθρώπων. Φαίνεται πώς οι άνθρωποι ακόμη και στην εποχή μας εξακολουθούν να γοητεύονται από τη μοναδικότητα και το μυστήριο που συνοδεύει τον ντα Βίντσι κάτι που εμφανώς καταδεικνύεται κι από την τεράστια επιτυχία που σημάδευσε την κυκλοφορία του μυθιστορήματος του Νταν Μπράουν “Κώδικας ντα Βίντσι”, με περισσότερες από ογδόντα εκατομμύρια πωλήσεις. Η δε βιογραφία του από τον Βάλτερ Ισάακσον το 2017 είχε επίσης μεγάλη απήχηση, ενώ μέχρι και το βιβλίο του πατέρα της ψυχανάλυσης Σίγκμουντ Φρόιντ με τίτλο: “Λεονάρντο ντα Βίντσι αναμνήσεις από την παιδική του ηλικία”, άρχισε πάλι να εμφανίζεται στο προσκήνιο. Ο Φρόιντ είχε πει για αυτό πώς ήταν ό,τι ομορφότερο είχε γράψει ποτέ στη ζωή του και ενέδωσε στον πειρασμό της απόπειρας να ψυχαναλύσει μέσα από τη ζωγραφική τον μεγάλο καλλιτέχνη. Ακόμη, κυκλοφόρησαν ταινίες και σειρές που βασίστηκαν στη ζωή του ντα Βίντσι, ενώ εκατομμύρια είναι οι αναζητήσεις στο διαδίκτυο όλων όσων αναζητούν πληροφορίες για τον λαμπρό αναγεννησιακό καλλιτέχνη. Φαντασθείτε ότι εισάγοντας το λήμμα Λεονάρντο ντα Βίντσι στα λατινικά, στον πλοηγό αναζητήσεων της google εμφανίζονται 78.900.000 αποτελέσματα!
Τόσο μεγάλος είναι ακόμη ο αντίκτυπος του ονόματός του, που μόλις πριν από λίγα χρόνια σε μια δημοπρασία του οίκου Κρίστι’ς το 2017, ένας ιδιώτης αγόρασε ένα έργο τέχνης, λόγω μιας «λαμπρής επιχείρησης του μάρκετινγκ», που το διαφήμισε ως το ιερό δισκοπότηρο του Οίκου και σαν τον τελευταίο πίνακα του ντα Βίντσι, έναντι του αστρονομικού ποσού των 450,3 εκατομμυρίων δολλαρίων! Ο πίνακας αυτός ήταν το “Salvator Mundi ή Σωτήρ του Κόσμου”, μια αναπαράσταση του Ιησού να κρατά μια κρυστάλλινη σφαίρα στο αριστερό του χέρι, ενόσω ευλογεί με το δεξί και αυτή είναι η υψηλότερη τιμή που έχει πωληθεί κάποιο έργο. Φυσικά προκαλεί ενδιαφέρον το εν λόγω γεγονός, εφόσον αφενός μεν η κατάσταση του λαδιού στον καμβά ήταν πολύ κακής ποιότητος και αφετέρου επειδή δεν συμφωνούν όλοι οι ειδικοί ότι πράγματι ο ντα Βίντσι ήταν ο δημιουργός του εν λόγω τεχνουργήματος. Αδιαμφισβήτητα η λαμπρή διάνοια του Λεονάρντο ντα Βίντσι άφησε πίσω του εξαιρετικά έργα τέχνης που είναι ανεκτίμητα ως πολιτισμική κληρονομιά έτσι που ακόμη και όταν δεν είναι δικά του, μόνον η αναφορά στο όνομά του είναι διαφήμιση για τη ζωγραφική και την τέχνη εν γένει.
Εντούτοις, όμως, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι παρόλο που τα έργα της ζωγραφικής που εκείνος ολοκλήρωσε δεν υπερβαίνουν τις δυο ντουζίνες, φαίνεται πώς μνημονεύεται περισσότερο η ιδιότητά του ως ζωγράφου και έτσι έμεινε στην ιστορική μας μνήμη. Παρόλα αυτά η πολυσχιδής προσωπικότητα και τα ποικίλα πεδία ερεύνης και εφαρμογής με τα οποία ασχολήθηκε στη διάρκεια της ζωή του, ανέδειξαν επίσης έναν ικανό γλύπτη, αρχιτέκτονα, επιστήμονα, εφευρέτη και στρατιωτικό μηχανικό. Μελέτησε την ανατομία του ανθρωπίνου σώματος, αλλά και τους νόμους της επιστήμης και της φύσεως γενικότερα, κάτι που τον επηρέασε βαθύτατα και αποτύπωσε στα σχέδια, στη ζωγραφική και στα υπόλοιπα του έργα. Θεωρούσε πώς η μελέτη της επιστήμης τον έκανε καλύτερο καλλιτέχνη κι έλεγε ότι η επιστήμη και η τέχνη δεν είναι ασύμβατες, αλλά αλληλένδετες. Πολλοί αναγεννησιακοί ανθρωπιστές της εποχής του πίστευαν στη σύζευξη αυτών των δυο ετερόκλητων πεδίων, όμως ο Λεονάρντο ήταν εκείνος που υποστήριζε τη δυνατότητα του γάμου της λογικής με τη διαίσθηση, της επιστήμης με τη φύση και της αισθητικής του κόσμου του ματιού με την αποτύπωση της ψυχής. Όπως άλλωστε έγραψε κι ο ίδιος του: «Ένας καλός ζωγράφος έχει δύο κύρια αντικείμενα να ζωγραφίσει – τον άνθρωπο και την πρόθεση της ψυχής του». «Το πρώτο είναι εύκολο, το δεύτερο δύσκολο, γιατί πρέπει να εκφράζεται με χειρονομίες και κίνηση των άκρων».
Προκειμένου να καταφέρει να αποτυπώσει καλύτερα αυτές τις χειρονομίες και την κίνηση ο Λεονάρντο μελέτησε σοβαρά την ανατομία και άρχισε να ανατέμνει σώματα ανθρώπων και ζώων. Μάλιστα ήταν ο πρώτος που σχεδίασε αναπαραστάσεις εμβρύων στη μήτρα, την καρδιά και το αγγειακό σύστημα, τα γεννητικά όργανα, δομές των οστών και των μυών και αυτές οι απεικονίσεις είναι μερικές από τις πρώτες που έχουν καταγραφεί στον άνθρωπο. Ο ντα Βίντσι πίστευε ότι η όραση ήταν η πιο σημαντική αίσθηση για την ανθρωπότητα και συναφώς τα μάτια το σημαντικότερο όργανο και η αγαπημένη του φράση ήταν «να γνωρίζεις πώς να βλέπεις» (saper vedere). Αυτό ήταν το μότο του θα λέγαμε στη ζωή του και το οποίο συμπύκνωνε νοηματικά τη βασική του πεποίθηση ότι η παρατήρηση είναι αυτή που οδηγεί στη συσσώρευση της άμεσης γνώσης και των γεγονότων. Εκτός από τις ανατομικές του έρευνες, ο ντα Βίντσι σπούδασε βοτανική, ζωολογία, υδραυλική, αεροναυπηγική και φυσική. Συνήθιζε να κρατά σημειώσεις σε χαρτιά και μπλοκ που κράταγε πάντα μαζί του μέσα στη ζώνη του, καθώς φοβόταν επίσης τη λογοκλοπή κι έτσι τα φύλαγε πάνω του. Είχε γεμίσει πολλά σημειωματάρια με σκιαγραφημένες τις παρατηρήσεις του και τα οποία ήταν ταξινομημένα σε τέσσερις κατηγορίες γενικών θεμάτων: ζωγραφική, αρχιτεκτονική, μηχανική και ανθρώπινη ανατομία. Αιώνες μετά από το θάνατό του χιλιάδες σελίδες με σχέδια και σημειώσεις από τα ιδιωτικά του μπλοκάκια συνεχίζουν να εμφανίζονται διαφωτίζοντάς μας για να κατανοήσουμε το φαινόμενο ντα Βίντσι.
Ένα ενδιαφέρον και ασυνήθιστο χαρακτηριστικό σε αυτά τα μπλοκάκια και τις σημειώσεις του Λεονάρντο που τα έκανε να μοιάζουν κωδικοποιημένα, είναι η χρήση της γραφής με καθρέφτη, κάτι που έχει τροφοδοτήσει πολλές θεωρίες μυστηρίου σχετικά με τα κίνητρά του να αποτυπώνει έτσι τις σκέψεις του. Η αλήθεια είναι ότι οι σημειώσεις του διαβάζονται εύκολα και καθαρά με τη χρήση ενός καθρέφτη κι επομένως δεν πρόκειται για μυστικά χειρόγραφα, αλλά ακόμη και η επίπονη καλλιγραφία του σε αυτά καταδεικνύει ότι μάλλον ο ίδιος του δεν επιθυμούσε να έχει μια άμεση και εύκολη επικοινωνία μέσω της συμβατικής γραφής. Ένα άλλο χαρακτηριστικό στα γραπτά του είναι η ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στις λέξεις και την εικόνα, καθώς τα σκίτσα και οι λέξεις αναμειγνύονται σε όλες του τις σημειώσεις, σαν να ήθελε να δημιουργήσει μια πολύ καθαρή και εκφραστική γλώσσα μετάδοσης μέσω των σκίτσων. Ο Λεονάρντο γέμισε δεκάδες τετράδια με εικονογραφήσεις και επιστημονικές παρατηρήσεις, με τόσες πολλές εφευρέσεις και ποικίλα σχέδια, στα οποία απεικόνιζε ακόμη και μηχανές που έμοιαζαν πολύ με τις σημερινές, όπως το οικείο μας ποδήλατο, κι ένα ορνιθόπτερο που έμοιαζε με το ελικόπτερο. Ίσως η πιο γνωστή του εφεύρεση αφορά σε ένα σχέδιο μιας ιπτάμενης μηχανής και η οποία βασιζόταν στη φυσιολογία μιας νυχτερίδας. Αυτές και άλλες εξερευνήσεις σχετικές με τη μηχανική πτήσεων βρίσκονται στον: “Κώδικα επάνω στις πτήσεις των πτηνών”, μια μελέτη της αεροναυπηγικής των πτηνών, την οποία ξεκίνησε το 1505! Η φαντασία και η ευρυμάθεια του ήταν αξιοθαύμαστες και φυσικά ο ντα Βίντσι δεν σταμάτησε να εξελίσσεται συνεχώς και να σκιαγραφεί πρωτότυπα σχέδια και να αποτυπώνει ιδέες πέραν από κάθε φαντασία, που ομολογουμένως, ήταν πρωτοποριακές και αρκετά μπροστά από την εποχή του, κάτι άκρως εντυπωσιακό ειδικά αν σκεφτεί κανείς ότι έλαβε μια πολύ απλή και βασική εκπαίδευση ως παιδί. Ας δούμε όμως λίγα βιογραφικά του στοιχεία για να καταλάβουμε περισσότερο τον άνθρωπο Λεονάρντο ντα Βίντσι.
Ο Λεονάρντο γεννήθηκε σε μια αγροικία έξω από το χωριό Αντσιάνο στην Τοσκάνη της Ιταλίας στις 15 Απριλίου 1452. Γεννημένος εκτός γάμου από τον σεβαστό Φλωρεντινό συμβολαιογράφο Σερ Πιέρο και από μια νεαρή αγρότισσα με το όνομα Κατερίνα, ο ντα Βίντσι μεγάλωσε με τον πατέρα του και τη θετή του μητέρα. Σε ηλικία πέντε ετών, μετακόμισε στο κτήμα του πατέρα του στο κοντινό Βίντσι (την πόλη από την οποία προέρχεται το επώνυμό του), όπου έζησε με τον θείο, με τον παππού και τη γιαγιά του. Ο νεαρός ντα Βίντσι έλαβε λίγη επίσημη εκπαίδευση πέρα από τη βασική διδασκαλία της ανάγνωσης, της γραφής και των μαθηματικών, αλλά τα καλλιτεχνικά του χαρίσματα ήταν εμφανή ήδη από νεαρή ηλικία. Στην ηλικία των 14 ετών ο ντα Βίντσι ξεκίνησε μια μακρά μαθητεία δίπλα στον διάσημο καλλιτέχνη Αντρέα ντε Βερόκιο στη Φλωρεντία. Εκεί έμαθε ένα ευρύ φάσμα τεχνικών δεξιοτήτων, εντρυφώντας στη μεταλλουργία, τις τέχνες του δέρματος, την ξυλουργική, το σχέδιο, τη ζωγραφική και τη γλυπτική. Το παλαιότερο γνωστό χρονολογημένο έργο του ήταν ένα απλό σχέδιο με μελάνι το οποίο απεικόνιζε ένα τοπίο στην κοιλάδα του Άρνο και που το σχεδίασε το 1473. Την ίδια περίοδο σε ηλικία 21 ετών ήταν ήδη ένας καταξιωμένος καλλιτέχνης και μέλος της συντεχνίας ζωγράφων στον Άγιο Λουκά Φλωρεντίας και είχε ως δάσκαλος το δικό του εργαστήριο, ενόσω παράλληλα εξαοκολούθησε να συνεργάζεται με τον ντε Βερόκιο για ακόμη 5 χρόνια.
Σύμφωνα με τον Τζόρτζιο Βαζάρι ο οποίος έγραψε το βιβλίο: “Οι ζωές των πιο εξαίρετων ζωγράφων, γλυπτών και αρχιτεκτόνων” κατά το έτος 1550, ο Βερόκιο φαίνεται να ένιωσε ταπεινωμένος ενώπιον του μεγάλου ταλέντου του μαθητή του Λεονάρντο, σε τέτοιο βαθμό που δεν ξανάπιασε πινέλο στα χέρια του. Μάλιστα λέγεται ότι προκειμένου ο Βερόκιο για να ολοκληρώσει το διάσημο έργο του «Η βάπτιση του Ιησού» το 1475, έλαβε τη βοήθεια του Λεονάρντο, ο οποίος ζωγράφισε τόσο το φόντο του πίνακα αυτού, όσο και τον άγγελο που κρατά τον χιτώνα του Ιησού. Δεν γνωρίζουμε, βέβαια, εάν ισχύει κάτι τέτοιο, το σίγουρο είναι ότι ο ταλαντούχος μαθητής Λεονάρντο θα εγκαταλείψει το εργαστήρι του δασκάλου Βερόκιο το 1478. Το ίδιο έτος φαίνεται να έλαβε την πρώτη του ατομική παραγγελία και εγκαταστάθηκε κατόπιν προσκλήσεώς του στο παρεκκλήσι του Παλάτσο Βέκιο στη Φλωρεντία, κάτι που συνιστούσε τιμή. Λίγα χρόνια αργότερα θα ζωγράφιζε τα διασημότερα έργά του, τον Βιτρουβιανό άνθρωπο, που αποτελεί ένα παγκοσμίως αναγνωρίσιμο σύμβολο (1490), έπειτα από 5 χρόνια το Μυστικό Δείπνο (1495) και πιο όψιμα τη διάσημη Μόνα Λίζα (1503-1519). Η Τζοκόντα όπως είναι η ονομασία αυτού του πίνακα στα ιταλικά φαίνεται να υποστηρίζει τη θεωρία που αναφέρεται από τους βιογράφους του καλλιτέχνη, ότι δηλαδή ήταν μια παραγγελία ενός Φλωρεντίνου εμπόρου για τη σύζυγό του Λίζα ντελ Τζιοκόντο.
Από όσα γνωρίζουμε το ζεύγος ντελ Τζιοκόντο δεν έλαβε ποτέ αυτόν τον πίνακα και δεν έχουμε καμία βεβαιότητα ότι ισχύει κάτι τέτοιο, ενώ υπάρχει και η υπόθεση ότι στον πίνακα δεν απεικονίζεται μια γυναίκα, αλλά ο προστατευόμενος μαθητής του Λεονάρντο ονόματι Σαράι, ο οποίος πόζαρε και ως μοντέλο για τον πίνακα, ενδεδυμένος με γυναικεία αμφίεση. Επίσης κάποιοι άλλοι ερευνητές αναφέρονται στον ίδιο τον Ντα Βίντσι σαν να απεικονίζεται ως γυναίκα, ενώ λέγεται πώς το χαμόγελο της Τζοκόντα είναι εκείνο της μητέρας του. Σε κάθε περίπτωση ο πίνακας αυτός συνεχίζει να γοητεύει και να κεντρίζει με τα ποικίλα μυστήρια που τον συνοδεύουν όπως και τα υπόλοιπα αριστουργήματά του. Το βέβαιο είναι ότι η Μόνα Λίζα απετέλεσε ένα έργο διαρκείας σε ολόκληρη τη ζωή του Λεονάρντο αφού ήταν η δική του προσπάθεια για την τελειότητα και δεν αποχωρίστηκε ποτέ του αυτόν τον πίνακα. Αυτός ο πίνακας παραμένει μέχρι και σήμερα το πρότυπο επάνω στο οποίο βασίστηκαν τα πορτρέτα, ενώ η ιδιαίτερη τεχνική του σφουμάτο που ο καλλιτέχνης δημιούργησε αποτυπώνει μια γενική αρμονία στο έργο κάτι που φαίνεται να απολαμβάνει και το χαμόγελο της Τζοκόντα σε συνάρτηση με το φυσικό φόντο πίσω της.
Φαίνεται πώς εδώ καθρεφτίστηκε η άποψη του ντα Βίντσι περί της κοσμικής συνδέσεως της ανθρωπότητας με τη φύση, ενόσω συμβολικά υπογραμμίζεται η μαθηματική βάση και η αρμονία της ζωγραφικής, που με απλότητα και διαμέσου της συγκρίσεως αποτυπώνει την τελειότητα. Έτσι οι ανθρώπινες αναλογίες και η έκφραση του προσώπου αναμειγνύονται με τις οπτικές λειτουργίες του ματιού, όπως είναι το σκοτάδι, το φως, το χρώμα και το σώμα, το σχήμα και η τοποθεσία, η απόσταση και η εγγύτητα, η κίνηση και η ανάπαυση. Για τον ντα Βίντσι η ζωγραφική ορίζεται ως επιστήμη μέσα από την οποία το μάτι ως ένα αισθητήριο όργανο που μπορεί να συγκρίνει, αντιλαμβάνεται μέσω των δέκα διαφορετικών οπτικών του λειτουργιών όλες τις παραπάνω που είναι άλλωστε και οι βασικές συνιστώσες της ζωγραφικής. Αυτό που υποστήριζε ο ντα Βίντσι ήταν η υπεροχή της ζωγραφικής έναντι των άλλων τεχνών αφού σύμφωνα με την οπτική του το μάτι αυταπατάται λιγότερο από τις άλλες αισθήσεις και άρα η άμεση παρατήρηση που συνδέεται με τη δημιουργία ενός πίνακα ενέχει μια επιστημονική ποιότητα. Κι αυτό επειδή τα αποτελέσματα της ζωγραφικής είναι άμεσα, σαφή και δίνουν τροφή στην ανθρώπινη οπτική ικανότητα και άμεση ικανοποίηση στον άνθρωπο αν και διαφορετική από όλα όσα η ίδια η φύση παράγει.
Η φύση και η αποκωδικοποίηση των θαυμαστών παραγωγών της υπήρξε πάντα το βασικό μοντέλο της αναλογίας του ντα Βίντσι στις δημιουργίες του και έτσι την απεικόνισε τόσο με βάση τις αρχές της ανατομίας όσο και της αρμονίας των μαθηματικών. Για παράδειγμα στον “Βιτρούβιο άνθρωπο” μαζί και με τη βοήθεια του μαθηματικού Λούκα Πατσιόλι, ο Λεονάρντο φαίνεται να μελέτησε τις αναλογίες του Βιτρούβιου, ενός ρωμαίου αρχιτέκτονα του 1ου αιώνα π.Χ. Εργαζόμενος με τις αρχές της γεωμετρίας και εφαρμόζωντάς τες επάνω στο ανθρώπινο σώμα, ο Λεονάρντο κατέδειξε ότι η ιδανική αναλογία της ανθρώπινης φιγούρας αντιστοιχεί στις μορφές του κύκλου και του τετραγώνου. Εκεί ανάλογα και με τη στάση του ανθρώπου, φαίνεται ότι το σώμα μπορεί να εγγραφεί τόσο σε κύκλο, όταν απλώνει τα χέρια του σαν να είναι σε μια στάση του αετού, όσο και σε τετράγωνο, όταν έχει σταθερά τα πόδια του στο έδαφος. Ο Λεονάρντο οραματίσθηκε τον “Βιτρουβιανό άνθρωπο” ως μια κοσμογραφία του μικρόκοσμου και θεωρούσε ότι οι ανθρώπινες λειτουργίες του σώματος είχαν μια ευθεία αναλογία με τις λειτουργίες του σύμπαντος. Έγραψε μάλιστα σχετικώς με αυτό, ότι σωστά οι αρχαίοι θεωρούσαν τον άνθρωπο ως έναν μικρότερο κόσμο, αφού άλλωστε κι εκείνος αποτελούνταν από τα ίδια στοιχεία, γη, νερό, φωτιά και αέρα και πως είχε παρόμοιο σώμα γης καθρεφτίζοντας την ίδια την κοσμολογία και τη φύση.
Οι έρευνες του Λεονάρντο σε σχέση με τη φύση επεκτείνονταν και σε άλλα πεδία εφαρμογής, όπως ήταν και η μελέτη της μηχανικής, η οποία σύμφωνα με τον ίδιο αντανακλούσε επίσης τη λειτουργία της φύσης. Ο Λεονάρντο ασχολήθηκε με τη μηχανική σε βάθος ως αρχιτέκτονας κι ως μηχανικός και υπήρξε πολύ εφευρετικός οικοδόμος, κατανοώντας τις αρχές της μηχανικής της εποχής του και συμβάλλοντας στη διεύρυνσή τους. Στα δυο βασικά σημειωματάρια της Μαδρίτης αναπτύσσει εκτενώς τις θεωρίες του για τη μηχανική, ενώ μας αποκαλύπτουν ότι ο Λεονάρντο συμμετείχε στην επισκευή του οχυρωματικού συτήματος της Φλωρεντίας στο πλευρό του άρχοντα Πιομπίνο το 1504. Επιπρόσθετα οι μελέτες του για μεγάλα έργα καναλιών στην περιοχή του Αρνό και τη Λομβαρδία δείχνουν ότι ήταν ειδικός και στην υδραυλική μηχανική. Στη Φλωρεντία εργάσθηκε επάνω στη στρατιωτική μηχανική στην υπηρεσία του Τσέζαρε Βοργία και φαίνεται να συνεργάστηκε σε σχέδια εκτροπής του ποταμού Αρνό για στρατιωτικούς αμυντικούς σκοπούς μαζί με τον Νικολό Μακιαβέλι. Ακόμη, όταν είχε φύγει από τη Φλωρεντία και μετακόμισε στο Μιλάνο, η παραμονή του εκεί συνοδεύτηκε από την ενεργό του δράση ως στρατιωτικός μηχανικός στην υπηρεσία του δούκα του Μιλάνου Φραντζέσκο Σφόρτσα. Συνέχισε να διατηρεί πάντα έναν κύκλο μαθητών γύρω του όπως και εργαστήριο ζωγραφικής, αλλά η αρχιτεκτονική και η μηχανική ήταν τα κυριότερα ενδιαφέροντά του για τα πολλά χρόνια της παραμονής του στο Μιλάνο, μεταξύ των ετών 1482-1499 και 1508-1513.
Παράλληλα με τις ενασχολήσεις του στη μηχανική, τα ενδιαφέροντα του στην ανατομία αναζωπύρωσαν την εκτεταμένη εργασία και συγγραφή ενός εγχειριδίου, έπειτα από τη γνωριμία του με τον διάσημο ανατόμο της Παβία τον Μαρκαντόνιο ντε λα Τόρε. Εκεί άρχισε να αναπαριστά σχεδιαστικά όλα τα όργανα του ανθρωπίνου σώματος και δούλευε για να ολοκληρώσει το ανατομικό του εγχειρίδιο, ενώ ταυτόχρονα γέμιζε τα χειρόγραφά του με μαθηματικές, οπτικές, μηχανικές, γεωλογικές και βοτανικές σπουδές. Εάν και εκ πρώτης ματιάς μοιάζουν όλα αυτά τα πεδία ερεύνης ασύνδετα μεταξύ τους, υπήρχε πίσω τους μια βασική, κεντρική ιδέα: ο Λεονάρντο ήταν πεπεισμένος ότι η Δύναμις και η Κίνηση ως βασικές μηχανικές λειτουργίες δημιουργούν όλες τις εξωτερικές μορφές στην οργανική, αλλά και στην ανόργανη φύση, δίνοντάς τους σχήμα. Ακόμη πίστευε ότι αυτές οι λειτουργικές δυνάμεις λειτουργούσαν σε συμφωνία με μια συμπαντική τάξη αρμονικών νόμων κάτι που αποτελούσε μια κοινή συνισταμένη σε όλες του τις διερευνήσεις και τα έργα. Φυσικά πολλά σχέδια και έργα με τα οποία κατά καιρούς καταπιανόταν, έμειναν ανολοκλήρωτα, εν μέρει λόγω των ποικίλων ενασχολήσεών και συγγραφής των χειρογράφων του και εν μέρει λόγω των μετακινήσεων του. Ο Λεονάρντο πέρασε από δυο διαφορετικές περιόδους στην κάθε μια πόλη, στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο, ενώ λόγω πολιτικών εξελίξεων που συνέβαλλαν στην εξορία των γάλλων από το Μιλάνο, αναγκάσθηκε εν τέλει να αποχωρήσει σε ηλικία 60 ετών για τη Ρώμη σε αναζήτηση εγασίας.
Στην αιώνια πόλη της Ρώμης ο Λεονάρντο έμεινε σε μια σουίτα στην πόλη του Βατικανού, όπου έχοντας εξασφαλισμένο ένα καλό μηνιαίο ποσό από τον Τζουλιάνο των Μεδίκων, τον ξάδερφο του πάπα Λέοντος του 10ου, είχε άφθονο χρόνο να αφοσιωθεί στις μελέτες του, δίχως να εχει κάποια ανάθεση έργου. Εκείνην την εποχή η Ρώμη βρισκόταν σε κλίμα μεγάλης καλλιτεχνικής ανάπτυξης. Ο Ντονάτο Μπραμάντε έχτιζε τον Άγιο Πέτρο, ο Ραφαήλ ζωγράφιζε τα τελευταία διαμερίσματα του Πάπα και ο Μιχαήλ Άγγελος προσπαθούσε να ολοκληρώσει τον τάφο του Πάπα Τζούλιους του 2ου. Παρά το μεγάλλο καλλιτεχνικό κύμα δημιουργιών που τον περιτριγύριζε, ο Λεονάρντο δεν έκανε πολλά πράγματα τότε, ασχολούμενος με τα σχέδια για μια εξοχική κατοικία των Μεδίκων και με κάποια έργα αποκατάστασης, τα οποία, όμως, δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ. Ίσως μάλλον να είχε απογοητευθεί από όλες αυτές τις ματαιώσεις στην υλοποίηση των έργων του και έτσι αποφάσισε να μετακομίσει στη Γαλλία, έχοντας αποδεχτεί την πρόσκληση του βασιλιά Φραγκίκου του 1ου, μπαίνοντας στην υπηρεσία του σε ηλικία 67 ετών. Εκεί πέρασε τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του, δίπλα στην εξοχική, βασιλική κατοικία, απολαμβάνοντας ειδική μεταχείριση ως επίτιμος καλεσμένος μαζί με όλα τα προνόμια που συνόδευαν τον τίτλο του ως ο πρώτος ζωγράφος, αρχιτέκτων και μηχανικός του βασιλέως. Σχεδίαζε για τον βασιλιά και ο τελευταίος του φερόταν πάντοτε με τον μέγιστο σεβασμό και τις ανάλογες τιμές.
Στη Γαλλία ο Λεονάρντο ζωγράφισε ελάχιστα και τον περισσότερο χρόνο του τον αφιέρωνε στην οργάνωση και την τροποποίηση των επιστημονικών του μελετών, ασχολούμενος με την επιμέλεια των δυο πραγματειών του για τη ζωγραφική και για την ανατομία. Μονάχα τη χρονιά 1517-1518 ζωγράφισε κάποια οράματα που είχε σχετικά με το τέλος του κόσμου, απεικονίζοντας τις πρωταρχικές δυνάμεις που κυβερνούν τη φύση. Πολλοί σχολίασαν τα τελικά αυτά σχέδια ως την απόρροια μιας ακαταμάχητης φαντασίας και μιας απαισιοδοξίας των τελευταίων του χρόνων. Ο Λεονάρντο πάντως εξακολούθησε να εργάζεται με επιμονή και συνέπεια επιστημονικά μέχρι το τέλος της ζωής του. Πέθανε πιθανότατα από εγκεφαλικό επεισόδιο στις 2 Μαίου 1519 στην πόλη Κλου, τη σημερινή Κλος Λουσέ και θάφτηκε στην εκκλησία του παλατιού του Σεντ Φλορεντίν. Η εκκλησία αυτή καταστράφηκε κατά τη γαλλική επανάσταση και κατεδαφίστηκε πλήρως τον 19ο αιώνα και έτσι ο τάφος του Λεονάρντο δεν μπορεί να εντοπιστεί πλέον. Η καλλιτεχνική και επιστημονική περιουσία του Λεονάρντο περιήλθε στη διαχείριση και την κατοχή του πιστού φίλου του μέχρι τέλους, του Μέλτσι και ο πίνακας της Μόνα Λίζα εδόθη στον αγαπημένο μαθητή του τον Σαλάι.

Έτσι τελείωσε ο κύκλος ζωής αυτού χαρισματικού καλλιτέχνη και επιστήμονα ντα Βίντσι, αφήνοντάς πίσω του μια μοναδική παγκόσμια κληρονομιά και πλήθος ερωτημάτων σχετικά με τον ίδιο. Ποιος ήταν άραγε πραγματικά αυτός ο άνθρωπος; Σίγουρα υπάρχουν τόσα πολλά να ειπωθούν για τα έργα του και λιγότερα για τον ίδιο, ο οποίος εν τέλει ήταν ένας φυσιολογικός άνθρωπος με τις ίδιες ανάγκες με κάθε άλλον άνθρωπο και αυτό που μας κατέδειξε είναι το μεγαλείο που μπορεί να φτάσει κάποιος όταν το θελήσει και το καλλιεργήσει διότι το ανθρώπινο κρυμμένο δυναμικό είναι απεριόριστο. Σε πρακτικό επίπεδο προφανώς τον ταλάνιζαν υπαρξιακά, συναισθηματικά, ψυχολογικά, οικονομικά, κοινωνικά και νοητικά ζητήματα όπως και κάθε έναν άνθρωπο που έζησε, είχε τις λύπες και τις χαρές του, τα προσωπικά του αδιέξοδα και προκλήσεις και τον έκαιγε μια φλόγα μέσα στα σωθικά του, έτσι που να μην τον χωρά ο τόπος όπως απλοικά θα λέγαμε. Οι αγωνίες και η λαχτάρα της ζωής σε συνδυασμό με την ανάγκη να υπερβεί τον εαυτό του και τον κόσμο, να αφήσει ένα αποτύπωμα, ενόσω παράλληλα θα αξιοποιούσε τον χρόνο που του είχε δοθεί, με σκοπό να ζήσει και να χαρεί τα δώρα της ζωής, τον έρωτα, τη νεότητα, τη φιλία και να βιώσει όσο περισσότερα γινόταν, όλα αυτά χαρακτήριζαν κι εκείνον, ενώ ακόμη και απλά, τρέχοντα καθημερινά ζητήματα τον είχαν απασχολήσει κι αυτόν, κι εκείνος ήρθε αντιμέτωπος με αλλαγές στη ζωή του, έπρεπε να ψάχνει για νέο σπίτι και δουλειά ακόμη και στα 60 του χρόνια και πάντα έκανε μια νέα αρχή, ό,τι κι αν είχε ζήσει, με πείσμα και τόλμη που μονάχα όποιος αγαπά τη ζωή συνεχίζει παρά τα όσα του έχουν συμβεί, αποδεχόμενος και επιχειρώντας να κάνει το καλύτερο ακόμη κι όταν θα ένιωθε απογοήτευση και θα έβρισκε λόγους για να τα παρατήσει, που εν τέλει κι αυτό το έκανε κάποιες φορές αυτοκαταστροφικά και έτσι έμειναν έργα ανολοκλήρωτα, καθώς κι εκείνος κινούνταν από δυνάμεις πέραν από τον δικό του έλεγχο και τις οποίες δεν κατανοούσε.
Αληθινά όμως μάλλον ήταν ένας απλός άνθρωπος, που εκτιμούσε την ομορφιά και την αρμονία της ζωής, ήθελε να ζήσει με ευτυχία, με αγάπη και απλότητα, ειρηνικά και αποφεύγοντας τις ταραχές και άλλωστε στη ζωή του έτυχε να βρίσκεται εν μέσω αρκετών πολιτικών και στρατιωτικών συγκρούσεων και παρόλο που συμμετείχε ως μηχανικός το μέλημα του ήταν να απωθήσει εχθρούς παρά να προκαλέσει κακό. Βέβαια, είχε κάνει σχέδια για μηχανές που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για το στρατό, όμως ποτέ δεν τα διέθεσε στους ανθρώπους, αφού ήξερε ότι δεν θα έκαναν λελογισμένη χρήση τους. Σίγουρα πάντως φαίνεται ότι αγαπούσε την ειρήνη και την αρμονία και δεν εμπιστευόταν την ανθρώπινη φύση, όχι τουλάχιστον όσο την κοσμολογική διάσταση της φύσεως και της ζωής στην παραγωγή της αρμονίας και αυτό ήταν εμφανές ακόμη και στον τρόπο που κωδικοποιούσε τις σημειώσεις του. Ήταν διορατικός και μπορούσε να αντιληφθεί τυχόν μελλοντικές εκβάσεις της ιστορίας των ανθρώπων, μέσα από την ματιά του εφευρέτη και μηχανικού, κι επειδή ανησυχούσε πολύ για τις τύχες των ανθρώπων, πολλά από τα σχέδιά του δεν τα έβγαλε ποτέ παρά έξω. Αυτά που ήθελε να αφήσει σχετιζόταν με την ομορφιά της ανθρώπινης φύσης και κατ’ επέκτασιν της αρμονίας των φυσικών νόμων, στους οποίους είχε μεγάλη εμπιστοσύνη.
Σίγουρα το γεγονός ότι μεγάλωσε δίχως τη μητέρα του, πλάι σε μια ξένη γυναίκα και με έναν πατέρα που όσο κι αν τον αγαπούσε, θα υπέκυπτε σε διακρίσεις εις βάρος του, αυτά είναι σημάδια που πιθανότατα άφησαν αποτύπωμα στον ψυχικό του κόσμο και ένα μεγάλο έλλειμα αγάπης και εμπιστοσύνης. Η μη αποδοχή και έλλειψη της αναγνώρισης από τον πρώτο άλλο της ζωής του, τη μητέρα, που συμβολικά συμπυκνώνει πολύ περισσότερα από ότι την πρακτική τροφή, σίγουρα συνετέλεσε στο να αναζητά σε όλη του τη ζωή το χαμένο αντικείμενο αγάπης. Ακόμη και το γεγονός ότι δεν αποχωριζόταν ποτέ τον πίνακα της Μόνα Λίζα, ίσως να καταδεικνύει αυτήν την ατέρμονη αναζήτηση ενός για πάντα χαμένου παραδείσου. Ακόμη και το μισοσβησμένο σχεδόν αινιγματικό χαμόγελο της Τζοκόντα, φαίνεται να μαρτυρά μια χαρμολύπη, μια χαρά που είδε το πρόσωπο της αγάπης, αλλά μια λύπη που το πρώτο αντικείμενο λατρείας χάθηκε για πάντα. Αυτό, όμως, το κενό και η έλλειψη, το άφατο πραγματικό της ύπαρξης, αντί να τον αφήσουν μέσα στο πένθος της απώλειας, εκείνος το μετουσίωσε καλλιτεχνικά και επιστημονικά. Δεν είμαστε βέβαιοι εάν με αυτό το πορτρέτο της Μόνα Λίζα αν τω όντι ήθελε να αναπαραστήσει τη μητέρα του και δεν θα υπεισέλθω εδώ σε μια ψυχαναλυτική ερμηνευτική απόπειρα, καθώς κάτι τέτοιο είναι εξ’ορισμού ένα εγχείρημα καταδικασμένο σε απλές υποθέσεις και αποτυχία. Δύσκολο το να αναλάβει κάποιος ένα τέτοιο έργο κι όχι τόσο γιατί επρόκειτο για μια ιστορική προσωπικότητα, αλλά και γιατί δεν γίνεται να ερμηνεύσει κάποιος παρά μονάχα μέσα από τις δικές του υποκειμενικές προσλαμβάνουσες. Επίσης γιατί δεν είναι εδώ το ίδιο το υποκείμενο, έτσι ώστε να εκφέρει τον δικό του λόγο και να μας καταθέσει τις αλήθειες του.
Απλώς μπαίνουμε εύκολα στον πειρασμό να εκφέρουμε όλοι μας τον δικό μας λόγο και να προσφέρουμε τη δική μας ματιά, αλλά θα πρέπει να έχουμε πάντοτε υπόψιν ότι αναφερόμαστε σε πρόσωπα, άρα σε φαινόμενα και σε προσόψεις, αφού η περσόνα είναι αυτό που κάποιος δείχνει και όχι η ουσία του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο ντα Βίντσι έδειξε κάποια πράγματα στον κόσμο, παρότι φαινόταν να αποφεύγει τους ανθρώπους και να εμπιστεύεται λίγους σε όλη του τη ζωή. Έναν έμπιστο φίλο και ένα ακόμη μαθητή, αυτά είναι τα άτομα που κέρδισαν την αφοσίωσή του. Οι υπόλοιποι τον γνώρισαν μέσα από αυτά που επέτρεπε να κοιτάξουν και δεν είναι τυχαίο ότι ο ντα Βίντσι δεν επιθυμούσε να διαβαστεί από όλους τους ανθρώπους. Είχε αρκετές ενδεχομένως έγνοιες σε σχέση με τους ανθρώπους και λόγους για να διατηρεί φόβους, είτε εγκατάλειψης, είτε προδοσίας και φυσικά ακόμη και στην ενήλικη ζωή του μην ξεχνάμε ότι είχε μάλιστα κατηγορηθεί και συρθεί σε δικαστήριο, αδίκως μεν, αλλά αυτό ήταν αρκετό για να δυσφημιστεί το όνομά του. Φυσικά ένιωσε αρκετές φορές τα βλέμματα των άλλων επάνω του και έμαθε να τα προσελκύει, είτε με τον τρόπο που εκείνος επέλεγε να εμφανίζεται στους άλλους, είτε μέσω των έργων του. Έτσι το παιχνίδισμα του βλέμματος μεταστράφηκε εύκολα σε ένα παιχνίδι καθρεφτίσματος, κρυφτού και αποκάλυψης, να βλέπει μέσα από το βλέμμα των άλλων, να βλέπεται και να απεικονίζει τα όσα έβλεπε ώστε να κατανοήσει και να βρει ένα νόημα.
Άλλωστε όλη η ζωή είναι μια αναζήτηση νοήματος και φυσικά το ίδιο ίσχυε και για τον ψυχισμό του ντα Βίντσι, απλώς στη δική του περίπτωση το τραυματικό του Πραγματικού έδωσε χώρο σε μια φαντασιακή έξαρση και μια μοναδική, συμβολική συρραφή, που εκείνος πέτυχε να συνθέσει, έτσι ώστε να υπάρξει σε αυτόν τον κόσμο, να βρει τη δική του θέση, να μετουσιώσει το κενό και να αποδεχτεί την έλλειψη, να απολαύσει νόημα και ευχαρίστηση, κι εν τέλει να καταφέρει να πει τη δική του αλήθεια, έστω και εάν ήταν μια αναπαράσταση της αναπαράστασης. Έμαθε, όμως, να βλέπει και να αναγνωρίζει συνειδητά και έβλεπε περισσότερα μέσα και πέρα από τους ανθρώπους και κατά την άποψή μου το σημαντικό είναι ότι έμαθε να αγαπά και να αποδέχεται τον εαυτό του και τους άλλους, να αποδέχεται την έλλειψη πραγματοποιώντας τη δική του μοναδική σύνθεση επιλέγοντας να κοιτά προς την ομορφιά και τη χάρη, δημιουργώντας νόημα και καλλιτεχνώντας τη δική του ζωή ως μια μέγιστη δημιουργία. Κι αυτό είχε υπέρτατο νόημα καθώς η τέχνη και το μάτι, όπως η ζωή και η φύση, δεν χρειάζεται να αλληλοκατανοηθούν, αλλά απλώς να βιωθούν, δεν χρειάζονται λόγια και ερμηνείες για να αναλυθούν, αλλά ένα βίωμα και μιαν ικανοποίηση που απορρέει μέσα από την ίδια την εμπειρία της ζωής και της ευχαρίστησης του να μετέχει κάποιος ζωντανά σε αυτόν τον μοναδικά υπέροχο, πολύχρωμο καμβά, που είναι η ίδια η ζωή.
Κι ο ντα Βίντσι το είχε μάλλον καταλάβει αυτό και το έζησε εν τέλει και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο που εγώ τουλάχιστον αντελήφθην για εκείνον. Κατάφερε να συνθέσει τη ζωή του έτσι ώστε από την ανεπάρκεια να ζήσει με επάρκεια, να αντιστρέψει τις ελλείψεις και να ζήσει με αυτές και ό,τι είχε χαθεί να το δημιουργήσει εκ νέου, οτιδήποτε ανύπαρκτο να το αναπαραστήσει φέροντάς το σε ζωή και αυτό άλλωστε είναι μια ύψιστη καλλιτεχνία ζωής. Είδε βαθιά μέσα του προκειμένου για να αναγνωρίσει το έξω, αποδέχτηκε αυτό που όταν το αναζήτησε στη θέση που το έχασε δεν υπήρχε και έτσι κοίταξε βαθιά μέσα του για να ξαναβγεί και να δημιουργήσει σε έναν κόσμο που το φως του ήταν αρκετό για να ζήσει, να απολαύσει και να δημιουργήσει. Κι αυτό είναι αντάξιο ενός φαινομένου, όπως άλλωστε ήταν κι εκείνος, ο αείμνηστος Λεονάρντο, που μου έμαθε πώς να κοιτώ τον κόσμο και να βλέπω την Κοσμολογία της απέραντης τελειότητας της ύπαρξης να καθρεφτίζεται εδώ κάτω στα ανθρώπινα. Μου έδειξε την απλότητα και τρόπους μέσα από τη συνεχή παρατήρηση, γνώση και διεύρυνση να μαθαίνω, να βλέπω την αρμονία και να δημιουργώ πάντοτε σε συμφωνία με τους κοσμικούς φυσικούς νόμους, να παρατηρώ και να αναπλάθω εμένα και τον κόσμο, ενθυμούμενος και τους αρχαίους ημών προγόνους μας οι οποίοι έλεγαν το γνώθι σαυτόν, να γνωρίσουμε δηλαδή τον εαυτό μας και έτσι θα γνωρίσουμε το σύμπαν και τους θεούς. Νομίζω πώς ο ντα Βίντσι το κατάφερε και μας έδειξε τον τρόπο να το κάνουμε και εμείς.

Κωνσταντίνος Στεργιόπουλος
Ψυχολόγος, ψυχαναλυτής